αναλφάβητος

(προωθήθηκε από αναλφάβητο)
Μεταφράσεις

αναλφάβητος

(anal'favitos) αρσενικό

αναλφάβητη

(anal'faviti) θηλυκό

αναλφάβητο

illiterateanalphabetenanalfabetosanalphabètesanalfabeto文盲analfabeter文盲 (anal'favito) ουδέτερο
επίθετο
1. που δεν ξέρει να διαβάζει και να γράφει μαθήματα για αναλφάβητες γυναίκες
2. μεταφορικά αμόρφωτος Αναλφάβητος είναι, δεν ξέρει τι λέει.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close