| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.302.168 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αναμένω |
0,02 sec. |
|
αναμένω expect, await attendre, surveiller, attendre à (‘s) يَتَوَقع očekávat forvente erwarten esperar olettaa očekivati aspettarsi 期待する 기대하다 verwachten forvente spodziewać się esperar ожидать förvänta (sig) คาดว่า ummak trông mong 期待 [ana'meno] περιμένω attendre Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|