Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.773.209.740 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

αναμένω κάποιον

0,04 sec.
αναμένω κάποιον يُطيل السهر
αναμένω κάποιον zůstat vzhůru a počkat
αναμένω κάποιον sidde oppe og vente
αναμένω κάποιον aufbleiben für
αναμένω κάποιον wait up
αναμένω κάποιον esperar levantado
αναμένω κάποιον valvoa ja odottaa jotakuta
αναμένω κάποιον veiller
αναμένω κάποιον čekati budan
αναμένω κάποιον rimanere alzati
αναμένω κάποιον 寝ないで待つ
αναμένω κάποιον 자지 않고 기다리다
αναμένω κάποιον iemand verzorgen
αναμένω κάποιον vente oppe
αναμένω κάποιον czuwać
αναμένω κάποιον esperar acordado
αναμένω κάποιον дожидаться
αναμένω κάποιον vänta på
αναμένω κάποιον รอคอย
αναμένω κάποιον yatmayıp beklemek
αναμένω κάποιον thức đợi
αναμένω κάποιον 不睡觉地守候


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρ Όροι χρήσης.