αναμετάδοση

Μεταφράσεις

αναμετάδοση

(aname'taðosi)
ουσιαστικό θηλυκό
1. επανάληψη εκπομπής η αναμετάδοση μιας σειράς
2. απευθείας μετάδοση απευθείας αναμετάδοση
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close