αναμμένος

(προωθήθηκε από αναμμένη)
Μεταφράσεις

αναμμένος

(ana'menos) αρσενικό

αναμμένη

(ana'meni) θηλυκό

αναμμένο

alight켜짐點燃allumélitlit点燃lit (ana'meno) ουδέτερο
επίθετο
1. που έχει φωτιά αναμμένο τζάκι
2. που φωτίζει αναμμένο φως
3. που είναι σε λειτουργία αναμμένη μηχανή
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close