| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.458.628 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αναμνηστικός |
0,01 sec. |
|
αναμνηστικός επίθ α / θ / ουδ αναμνηστικός, αναμνηστική, αναμνηστικό [anamnisti'kos, anamnisti'ci, anamnisti'ko] που θυμίζει κτ commémoratif/-ive αναμνηστική φωτογραφία une photo commémorative Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|