| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.453.352 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αναμφίβολα |
0,02 sec. |
|
αναμφίβολα undoubtedly indubitablement يَقْيناً nepochybně utvivlsomt zweifellos indudablemente epäilemättä nesumnjivo indubbiamente 疑いなく 의심할 여지 없이 ongetwijfeld utvilsomt niewątpliwie indubitavelmente несомненно utan tvivel ไม่เป็นที่น่าสงสัยใดๆทั้งสิ้น kuşku götürmez bir şekilde chắc chắn 毋庸置疑地 επίρρ αναμφίβολα [anam'fivola] σίγουρα, χωρίς αμφιβολία incontestablementsans doute/sans conteste Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|