αναμφισβήτητος

(προωθήθηκε από αναμφισβήτητη)
Αναζητήσεις σχετικές με αναμφισβήτητη: αδιαμφισβήτητος, διερεύνηση
Μεταφράσεις

αναμφισβήτητος

(anamfi'zvititos) αρσενικό

αναμφισβήτητη

(anamfi'zvititi) θηλυκό

αναμφισβήτητο

undisputedمُسَلَّمٌ بِهnepochybnýubestridtunbestrittenindiscutiblekiistämätönincontesténeprikosnovenindiscusso異議のない명백한onbetwistubestridtniekwestionowanyincontestávelнеоспоримыйobestriddไม่อาจจะโต้แย้งได้tartışmasızkhông tranh cãi无可置辩的безспорен (anamfi'zvitito) ουδέτερο
επίθετο
που δεν μπορεί να αμφισβητηθεί αναμφισβήτητος νικητής
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close