| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.849.409 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αναμφισβήτητος |
0,02 sec. |
|
αναμφισβήτητος undisputed مُسَلَم به nepochybný ubestridt unbestritten indiscutible kiistämätön incontesté neprikosnoven indiscusso 異議のない 명백한 onbetwist ubestridt niekwestionowany incontestável неоспоримый obestridd ไม่อาจจะโต้แย้งได้ tartışmasız không tranh cãi 无可置辩的 επίθ α / θ / ουδ αναμφισβήτητος, αναμφισβήτητη, αναμφισβήτητο [anamfi'zvititos, anamfi'zvititi, anamfi'zvitito] που δεν μπορεί να αμφισβητηθεί incontestableindiscutable αναμφισβήτητος νικητής un vainqueur incontestable επίρρ αναμφισβήτητα [£££anamfi'zvitita] αναμφίβολα incontestablementsans aucun doute Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|