| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.454.879 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ανανέωση |
0,02 sec. |
|
ανανέωση renewal, makeover تحول في المظهر přeměna skønhedspleje Verschönerung remodelación täydellinen uudistaminen rénovation preobrazba restauro 改造 고쳐만들기 opknapbeurt fornyelse przerobienie transformação создание нового облика makeover การเปลี่ยนแปลง yenilemek sự sửa lại toàn bộ 装饰 ουσ θ ανανέωση [ana'neosi] 1 εκσυγχρονισμός renouvellement η ανανέωση των τεχνικών μέσων le renouvellement des moyens techniques 2 παραγωγή émission η ανανέωση κυττάρων le renouvellement des cellules 3 παράταση renouvellement η ανανέωση συμφωνίας le renouvellement d'un accord Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|