| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.115.729 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ανανεώνω |
0,02 sec. |
|
ανανεώνω rejuvenate, renew, freshen, refurbish rajeunir, renouveler يُجَدِد obnovit forny erneuern renovar uusia obnoviti rinnovare 再開する 다시 시작하다 vernieuwen fornye wznowić renovar обновлять förnya เริ่มใหม่ yenilemek bắt đầu lại 更新 ρ μετβ ανανεώνω [anane'ono] 1 εκσυγχρονίζω renouvelermoderniser ανανεώνω τα μέσα επικοινωνίας renouveler les moyens de transport 3 αλλάζω chamboulerbouleverser ανανεώνω την γκαρνταρόμπα μου renouveler sa garde-robe 4 παρατείνω renouvelerprolonger ανανεώνω συμβόλαιο renouveler un contrat Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|