Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.775.524.651 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
?
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

ανανεώσιμος

0,02 sec.
ανανεώσιμος renewable
ανανεώσιμος renouvelable
ανανεώσιμος ممكن تجديده
ανανεώσιμος obnovitelný
ανανεώσιμος vedvarende
ανανεώσιμος erneuerbar
ανανεώσιμος renovable
ανανεώσιμος uusittava
ανανεώσιμος obnovljiv
ανανεώσιμος rinnovabile
ανανεώσιμος 再び始められる
ανανεώσιμος 재생 가능한
ανανεώσιμος hernieuwbaar
ανανεώσιμος fornybar
ανανεώσιμος odnawialny
ανανεώσιμος renovável
ανανεώσιμος возобновляемый
ανανεώσιμος förnyelsebar
ανανεώσιμος ซึ่งต่ออายุใหม่ได้
ανανεώσιμος yenilenebilir
ανανεώσιμος có thể thay mới
ανανεώσιμος 可再生的


?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.