| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.328.927 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
αναντικατάστατος |
0,02 sec. |
|
αναντικατάστατος irreplaceable irremplaçable επίθ α / θ / ουδ αναντικατάστατος, αναντικατάστατη, αναντικατάστατο [anandika'tastatos, anandika'tastati, anandika'tastato] που δεν μπορεί να μπει κπ άλλοςκτ άλλο στη θέση του irremplaçable |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|