| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.620.550 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αναξιόπιστος |
0,01 sec. |
|
αναξιόπιστος undependable, unreliable, untrustworthy αναξιόπιστος غير جدير بالثقة αναξιόπιστος nespolehlivý αναξιόπιστος upålidelig αναξιόπιστος unzuverlässig αναξιόπιστος informal αναξιόπιστος epäluotettava αναξιόπιστος imprévisible αναξιόπιστος nepouzdan αναξιόπιστος inaffidabile αναξιόπιστος あてにならない αναξιόπιστος 신뢰할 수 없는 αναξιόπιστος onbetrouwbaar αναξιόπιστος upålitelig αναξιόπιστος zawodny αναξιόπιστος não confiável, não fiável αναξιόπιστος ненадежный αναξιόπιστος opålitlig αναξιόπιστος ไว้ใจไม่ได้ αναξιόπιστος güvenilmez αναξιόπιστος không đáng tin cậy αναξιόπιστος 不可靠的 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|