Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.774.620.550 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

αναξιόπιστος

0,01 sec.
αναξιόπιστος undependable, unreliable, untrustworthy
αναξιόπιστος غير جدير بالثقة
αναξιόπιστος nespolehlivý
αναξιόπιστος upålidelig
αναξιόπιστος unzuverlässig
αναξιόπιστος informal
αναξιόπιστος epäluotettava
αναξιόπιστος imprévisible
αναξιόπιστος nepouzdan
αναξιόπιστος inaffidabile
αναξιόπιστος あてにならない
αναξιόπιστος 신뢰할 수 없는
αναξιόπιστος onbetrouwbaar
αναξιόπιστος upålitelig
αναξιόπιστος zawodny
αναξιόπιστος não confiável, não fiável
αναξιόπιστος ненадежный
αναξιόπιστος opålitlig
αναξιόπιστος ไว้ใจไม่ได้
αναξιόπιστος güvenilmez
αναξιόπιστος không đáng tin cậy
αναξιόπιστος 不可靠的


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.