αναπάντεχος

(προωθήθηκε από αναπάντεχο)
Μεταφράσεις

αναπάντεχος

(ana'pandexos) αρσενικό

αναπάντεχη

(ana'pandeçi) θηλυκό

αναπάντεχο

(ana'pandexo) ουδέτερο
επίθετο
που δεν τον περιμένει κν αναπάντεχη συνάντηση
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close