| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.890.571.559 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
αναπαράγω |
0,03 sec. |
|
|
αναπαράγω reproduce, breed يَتناَسل chovat avle züchten criar jalostaa élever uzgajati allevare 品種改良する 새끼를 낳다 voortplanten (zich) avle wyhodować procriar выводить (животных, растения) föda upp เลี้ยง yetiştirmek sinh sản 繁殖
ρ μετβ αναπαράγω [anapa'raɣo] 1 αντιγράφω décalquer αναπαράγω μια τεχνική reproduire une technique 2 επαναλαμβάνω reproduire αναπαράγω έναν ήχο reproduire un son ρ μεσοπαθ αναπαράγομαι [anapa'raɣome] πολλαπλασιάζομαι se reproduire Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|