| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.512.425 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αναπαραγωγή |
0,02 sec. |
|
αναπαραγωγή reproduction, breeding, multiplication إعادة إنتاج rozmnožování reproduktion Fortpflanzung reproducción lisääntyminen reproduction reprodukcija riproduzione 繁殖 재생산 reproductie gjengivelse reprodukcja reprodução размножение avbildning การผลิตใหม่ üreme sự sinh sản 繁殖 ουσ θ αναπαραγωγή [anaparaɣo'ʝi] 1 πολλαπλασιασμός reproduction; multiplication η αναπαραγωγή του είδους la reproduction de l'espèce 2 επανάληψη reproduction αναπαραγωγή ήχουεικόνας la reproduction d'un son/d'une image Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|