| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.262.157 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αναπαριστάνω |
0,07 sec. |
|
αναπαριστάνω ρμετβ αναπαριστάνω, αναπαριστώ [anapari'stano, anapari'sto] 1 αποδίδω πιστά représenter Ο πίνακας αναπαριστάνει τη θυσία του Ισαάκ. Le tableau représente le sacrifice d'Isaac. 2 επαναλαμβάνω κτ που έγινε reconstituer αναπαριστάνω ένα έγκλημα reconstituer un crime Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|