αναπαριστάνω

Μεταφράσεις

αναπαριστάνω

(anapari'stano)

αναπαριστώ

(anapari'sto)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. αποδίδω πιστά Ο πίνακας αναπαριστάνει τη θυσία του Ισαάκ.
2. επαναλαμβάνω κτ που έγινε αναπαριστάνω ένα έγκλημα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close