| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.466.248 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αναπαυτικός |
0,01 sec. |
|
αναπαυτικός reposant, confortable دافئ ومريح, مُريح odpočinkový, útulný afslappende, hyggelig erholsam, gemütlich cosy, cozy, restful acogedor, apacible lämmin, levollinen miran, ugodan accogliente, riposante 居心地のよい, 落ち着いた 아늑한, 평온한 knus, rustgevend fredfylt, koselig kojący, przytulny aconchegante, tranquilo, tranqüilo успокаивающий, уютный mysig, vilsam ซึ่งเงียบสงบและผ่อนคลาย, อบอุ่นและสะดวกสบาย dinlendirici, rahat ấm cúng, thư thái 宁静的, 舒适的 επίθ α / θ / ουδ αναπαυτικός, αναπαυτική, αναπαυτικό [anapafti'kos, anapafti'ci, anapafti'ko] άνετος confortable αναπαυτική πολυθρόνα un fauteuil confortable Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|