Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.775.466.248 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

αναπαυτικός

0,01 sec.
αναπαυτικός reposant, confortable دافئ ومريح, مُريح odpočinkový, útulný afslappende, hyggelig erholsam, gemütlich cosy, cozy, restful acogedor, apacible lämmin, levollinen miran, ugodan accogliente, riposante 居心地のよい, 落ち着いた 아늑한, 평온한 knus, rustgevend fredfylt, koselig kojący, przytulny aconchegante, tranquilo, tranqüilo успокаивающий, уютный mysig, vilsam ซึ่งเงียบสงบและผ่อนคลาย, อบอุ่นและสะดวกสบาย dinlendirici, rahat ấm cúng, thư thái 宁静的, 舒适的
επίθ α / θ / ουδ αναπαυτικός, αναπαυτική, αναπαυτικό [anapafti'kos, anapafti'ci, anapafti'ko]
άνετος confortable
αναπαυτική πολυθρόνα un fauteuil confortable


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.