| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.000.232 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αναπαύομαι |
0,02 sec. |
|
αναπαύομαι rest يَستريح odpočinout (si) hvile (sig) ruhen reposar levätä se reposer odmoriti riposare 休む 쉬다 uitrusten hvile odpocząć descansar, descansar-se отдыхать vila พักผ่อน dinlenmek nghỉ ngơi 休息 ρ μεσοπαθ αναπαύομαι [ana'pavome] ξεκουράζομαι se reposer Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|