| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.890.573.978 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
αναπηρία |
0,01 sec. |
|
|
αναπηρία disability handicap, infirmité عجز invalidita handicap Behinderung discapacidad vamma invaliditet disabilità 身体障害 장애 invaliditeit uførhet niemożność deficiência инвалидность funktionshinder ความพิการ sakatlık sự tàn tật 残疾
ουσ θ αναπηρία [anapi'ria] μόνιμη σωματική ή πνευματική βλάβη infirmité; invalidité Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|