αναπηρικός

Μεταφράσεις

αναπηρικός

(anapiri'kos) αρσενικό

αναπηρική

(anapiri'ci) θηλυκό

αναπηρικό

(anapiri'ko) ουδέτερο
επίθετο
σχετικός με ανάπηρο αναπηρική σύνταξη αναπηρικό καροτσάκι
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close