| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.927.042 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αναπληρωματικός |
0,01 sec. |
|
αναπληρωματικός acting, substitute επίθ α / θ / ουδ αναπληρωματικός, αναπληρωματική, αναπληρωματικό [anapliromati'kos, anapliromati'ci, anapliromati'ko] που μπαίνει στη θέση κάποιου άλλου remplaçant/-ante αναπληρωματικός παίκτης un joueur remplaçant Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|