αναπληρωματικός

(προωθήθηκε από αναπληρωματικό)
Μεταφράσεις

αναπληρωματικός

(anapliromati'kos) αρσενικό

αναπληρωματική

(anapliromati'ci) θηλυκό

αναπληρωματικό

acting, substitute (anapliromati'ko) ουδέτερο
επίθετο
που μπαίνει στη θέση κάποιου άλλου αναπληρωματικός παίκτης
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close