| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.890.575.631 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
αναπληρωματικός |
0,02 sec. |
|
|
αναπληρωματικός acting, substitute
επίθ α / θ / ουδ αναπληρωματικός, αναπληρωματική, αναπληρωματικό [anapliromati'kos, anapliromati'ci, anapliromati'ko] που μπαίνει στη θέση κάποιου άλλου remplaçant/-ante αναπληρωματικός παίκτης un joueur remplaçant Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|