| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.889.874 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αναπληρωτής |
0,01 sec. |
|
αναπληρωτής adjunct, stopgap, acting نائب zlobící fungerende stellvertretend interino virkaatekevä suppléant privremeni facente le veci di 臨時代理の 대행의 waarnemend fungerende pełniący czyjeś obowiązki interino действующий tillförordnad รักษาการแทน vekaleten quyền 代理的 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|