| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.890.584.286 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
αναπληρώνω |
0,01 sec. |
|
|
αναπληρώνω compensate, substitute, refill يُعْيد ملء dolít fylde op igen nachfüllen rellenar täyttää uudelleen remplir à nouveau uložak ricaricare 補充する 다시 채우다 bijvullen etterfylle napełnić reencher пополнять fylla på เติมให้เต็ม yeniden doldurmak làm cho đầy lại 补充
Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|