αναπνέω

Μεταφράσεις

αναπνέω

(ana'pneo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
εισπνέω και εκπνέω κτ αναπνέω καθαρό αέρα

αναπνέω

atmen, ausatmen, einatmenbreatherespirerيَتَنَفَّسdýchatånderespirarhengittäädisatirespirare息をする숨을 쉬다ademenpusteodetchnąćrespirarдышатьandasหายใจnefes almakthở呼吸дишам呼吸לנשום
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. εισπνέω και εκπνέω αναπνέω βαθιά αναπνέω με ανακούφιση
2. μεταφορικά αερίζομαι Η πληγή πρέπει να αναπνέει.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close