αναπνευστικός

(προωθήθηκε από αναπνευστικό)
Μεταφράσεις

αναπνευστικός

(anapnefsti'kos)

αναπνευστική

(anapnefsti'ci) θηλυκό

αναπνευστικό

respiratoirerespiratoryالجهاز التنفسيAtemwegeהנשימה呼吸呼吸呼吸器호흡기 (anapnefsti'ko) ουδέτερο
επίθετο
σχετικός με την αναπνοή αναπνευστικό σύστημα ο αναπνευστικός σωλήνας
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close