| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.882.460 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αναπνοή |
0,02 sec. |
|
αναπνοή respirar dýchat, dýchání Atem, Atmen breath, breathing, respiration respirar, respiración hengittää, hengitys respiration, souffle, haleine respirare, respiro ademen, ademhaling oddychać, oddychanie andas, andning تنفس vejrtrækning disanje 呼吸 호흡 pusting respiração дыхание การหายใจ nefes alma sự hô hấp 呼吸 ουσ θ αναπνοή [anapno'i] 1 εισπνοή και εκπνοή respiration; souffle παίρνω μια βαθιά αναπνοή prendre une respiration (profonde) κρατάωβαστάω την αναπνοή μου retenir/bloquer sa respiration 2 ο αέρας που εκπνέουμε haleine δυσάρεστη αναπνοή une haleine désagréable τεχνητή αναπνοή τεχνητή βοήθεια στην αναπνοή la respiration artificielle Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|