| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.092.176 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αναποφάσιστος |
0,02 sec. |
|
αναποφάσιστος indecisive, undecided غير حاسم, غير مفصول فيه nerozhodnutý, nerozhodný ubeslutsom unentschlossen indeciso epäröivä, päättämätön indécis neodlučan incerto, indeciso 優柔不断な, 決心がついていない 결단성이 없는, 결단을 내리지 못하는 besluiteloos, onbeslist uavgjort, ubestemt niezdecydowany indeciso нерешенный, нерешительный obeslutsam, obestämd ไม่ตกลงใจ, ลังเล kararsız không dứt khoát, lưỡng lự 未定的, 非决定性的 επίθ α / θ / ουδ αναποφάσιστος, αναποφάσιστη, αναποφάσιστο [anapo'fasistos, anapo'fasisti, anapo'fasisto] που δυσκολεύεται να αποφασίσει indécis/-ise Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|