| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.030.409 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αναπτήρας |
0,12 sec. |
|
αναπτήρας lighter, cigarette lighter mechero, encendedor briquet قداحة, قداحة سجائر zapalovač lighter Feuerzeug savukkeensytytin upaljač, upaljač za cigarete accendino シガレットライター, ライター 라이터 aansteker, sigarettenaansteker lighter, sigarettenner zapalniczka isqueiro зажигалка tändare ไฟแช็ก, ไฟที่จุดบุหรี่ çakmak cái bật lửa 打火机 ουσ α αναπτήρας [ana'ptiras] μικρή συσκευή που δημιουργεί φλόγα briquet Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|