| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.192.940 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αναπτύσσομαι |
0,02 sec. |
|
αναπτύσσομαι croître, grandir, se développer αναπτύσσομαι يتطور αναπτύσσομαι vyvinout (se) αναπτύσσομαι udvikle (sig) αναπτύσσομαι entwickeln (sich) αναπτύσσομαι desarrollar, desarrollarse αναπτύσσομαι kehittyä αναπτύσσομαι proizvesti αναπτύσσομαι svilupparsi αναπτύσσομαι 発展する αναπτύσσομαι 발달하다 αναπτύσσομαι ontwikkelen (zich) αναπτύσσομαι utvikle αναπτύσσομαι rozwinąć się αναπτύσσομαι desenvolver-se αναπτύσσομαι развиваться αναπτύσσομαι utveckla sig αναπτύσσομαι พัฒนา เจริญ เติบโต αναπτύσσομαι geliştirmek αναπτύσσομαι phát triển αναπτύσσομαι 发展 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|