αναπόσπαστος

(προωθήθηκε από αναπόσπαστο)
Μεταφράσεις

αναπόσπαστος

(ana'pospastos) αρσενικό

αναπόσπαστη

(ana'pospasti) θηλυκό

αναπόσπαστο

(ana'pospasto) ουδέτερο
επίθετο
που δεν μπορεί να λείπει αποτελώ αναπόσπαστο μέρος
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close