| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.949.781 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αναπόσπαστος |
0,02 sec. |
|
αναπόσπαστος επίθ α / θ / ουδ αναπόσπαστος, αναπόσπαστη, αναπόσπαστο [ana'pospastos, ana'pospasti, ana'pospasto] που δεν μπορεί να λείπει inhérent/-enteintégrant/-ante αποτελώ αναπόσπαστο μέρος faire partie intégrante de qqch Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|