αναπόφευκτος

(προωθήθηκε από αναπόφευκτη)
Μεταφράσεις

αναπόφευκτος

(ana'pofefktos) αρσενικό

αναπόφευκτη

(ana'pofefkti) θηλυκό

αναπόφευκτο

inevitable, unavoidableلا مَنَاصَ مِنْهُ, مَحْتُومٌnevyhnutelnýuundgåeligunvermeidlichinevitableväistämätöninévitableneizbježaninevitabile避けられない불가피한, 필연적인onvermijdelijkuunngåelignieuniknionyinevitávelнеизбежныйoundvikligไม่สามารถหลีกเลี่ยงได้, ที่หลีกเลี่ยงไม่ได้kaçınılmazkhông thể tránh được不可避免的, 不可避免不可避免בלתי נמנע (ana'pofefktο) ουδέτερο
επίθετο
μοιραίος αναπόφευκτο τέλος
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close