| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.965.908 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αναπόφευκτος |
0,02 sec. |
|
αναπόφευκτος inevitable, unavoidable متعذر تجنبه, محتوم nevyhnutelný uundgåelig unvermeidlich inevitable väistämätön inévitable neizbježan inevitabile 避けられない 불가피한, 필연적인 onvermijdelijk uunngåelig nieunikniony inevitável неизбежный oundviklig ไม่สามารถหลีกเลี่ยงได้, ที่หลีกเลี่ยงไม่ได้ kaçınılmaz không thể tránh được 不可避免的 επίθ α / θ / ουδ αναπόφευκτος, αναπόφευκτη, αναπόφευκτο [ana'pofefktos, ana'pofefkti, ana'pofefktο] μοιραίος inévitableinéluctable αναπόφευκτο τέλος une fin inévitable Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|