αναρίθμητος

(προωθήθηκε από αναρίθμητο)
Μεταφράσεις

αναρίθμητος

(ana'riθmitos) αρσενικό

αναρίθμητη

(ana'riθmiti) θηλυκό

αναρίθμητο

innumerable, uncounted, countlessinnombrable (ana'riθmito) ουδέτερο
επίθετο
αμέτρητος αναρίθμητος στρατός αναρίθμητο πλήθος αναρίθμητα σπίτια
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close