αναρριχητικός

Μεταφράσεις

αναρριχητικός

(anariçiti'kos) αρσενικό

αναρριχητική

(anariçiti'ki) θηλυκό

αναρριχητικό

climbingsuitor (anariçiti'ko) ουδέτερο
επίθετο
1. σχετικός με την αναρρίχηση αναρριχητικός εξοπλισμός
2. που αναρριχάται αναρριχητικό φυτό
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close