| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.404.724 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αναρρώνω |
0,02 sec. |
|
αναρρώνω recover, recuperate, get over يَتَغْلَب على překonat komme over erholen (sich) reponerse selvitä jostakin se remettre preboljeti riprendersi 立ち直る 회복하다 overkomen komme over pokonywać superar оправляться komma över รู้แล้วรู้รอด toparlanmak vượt qua 克服 ρ αμετβ αναρρώνω [ana'rono] βελτιώνεται η υγεία μου se remettrese rétablir Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|