αναρχία

Μεταφράσεις

αναρχία

anarchyanarchieанархия, безвластиеanarşianarchie无政府状态anarkiالفوضىAnarchieanarchieאנרכיהanarchia無政府狀態anarquiaanarquíaアナーキー (anar'çia)
ουσιαστικό θηλυκό
1. πολιτική η κατάργηση κάθε εξουσίας H αναρχία δεν είναι πρόσφατη θεωρία.
2. μεταφορικά χάος, αταξία Εδώ επικρατεί αναρχία!
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close