ανασηκώνω

Μεταφράσεις

ανασηκώνω

(anasi'kono)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
ανεβάζω λίγο ανασηκώνω την καρέκλα ανασηκώνω τους ώμους ανασηκώνω το κεφάλι
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close