| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.346.275 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ανασκαφή |
0,12 sec. |
|
ανασκαφή excavation ουσ θ ανασκαφή [anaska'fi] σκάψιμο fouille αρχαιολογικές ανασκαφές des fouilles archéologiques Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|