| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.322.992 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αναστάτωση |
0,02 sec. |
|
αναστάτωση fuss, inconvenience عدم المُلاءمة potíž ulejlighed Unannehmlichkeit inconveniencia hankaluus dérangement smetnja inconveniente 不便 불편 ongemak bryderi niewygoda inconveniência неудобство besvär อย่างไม่สะดวก rahatsızlık sự bất tiện 不便 ουσ θ αναστάτωση [ana'statosi] ταραχή énervement; irritation φέρνω αναστάτωση provoquer/causer un bouleversement Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|