αναστάτωση

Μεταφράσεις

αναστάτωση

fuss, inconvenienceمُضَايَقَةٌpotížulejlighedUnannehmlichkeitinconveniencia, interrupciónhankaluusdérangementneugodnostinconveniente不便불편ongemakbryderiniewygodainconveniênciaнеудобствоbesvärความไม่สะดวกrahatsızlıksự bất tiện不便, 中断смущение中斷 (ana'statosi)
ουσιαστικό θηλυκό
ταραχή Επικρατεί μεγάλη αναστάτωση στο πλήθος. φέρνω αναστάτωση
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close