αναστέλλομαι

Μεταφράσεις

αναστέλλομαι

(ana'stelome)
ρήμα μεσοπαθητικό (ρήμα)
Η απεργία αναστέλλεται.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close