| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.342.689 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αναστέλλω |
0,02 sec. |
|
αναστέλλω inhiber, suspendre adjourn, suspend يُرْجِئ zavěsit indstille aufhängen suspender ripustaa suspendirati sospendere つるす 매달다 opschorten innstille zawiesić suspender подвешивать skjuta upp แขวน askıya almak treo lên 暂停 ρ μεσοπαθ αναστέλλομαι [ana'stelome] être suspendu/-ue Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|