αναστέλλω

Μεταφράσεις

αναστέλλω

inhiber, suspendresuspend, adjournيُرْجِئُpozastavitindstilleaufhängensuspenderripustaaodgoditisospendereつるす매달다opschorteninnstillezawiesićsuspenderподвешиватьskjuta uppระงับชั่วคราวaskıya almaktrì hoãn暂停 (ana'stelo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
σταματάω αναστέλλω ένα πρόγραμμα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close