| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.257.176 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ανασταίνομαι |
0,01 sec. |
|
ανασταίνομαι ρ μεσοπαθ ανασταίνομαι [ana'stenome] 1 ξαναέρχομαι στη ζωή ressusciter Ο Χριστός αναστήθηκε. Jésus est ressuscité. 2 συνέρχομαι ressusciter Πήρε το φάρμακο κι αναστήθηκε. Il a pris ce médicament et il est ressuscité. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|