ανασταίνομαι

Μεταφράσεις

ανασταίνομαι

(ana'stenome)
ρήμα μεσοπαθητικό (ρήμα)
1. ξαναέρχομαι στη ζωή Ο Χριστός αναστήθηκε.
2. μεταφορικά συνέρχομαι Πήρε το φάρμακο κι αναστήθηκε.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close