ανασταλτικός

(προωθήθηκε από ανασταλτική)
Μεταφράσεις

ανασταλτικός

(anastalti'kos) αρσενικό

ανασταλτική

(anastalti'ci) θηλυκό

ανασταλτικό

inhibiteur (anastalti'ko) ουδέτερο
επίθετο
που φέρνει εμπόδια ανασταλτικός παράγοντας
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close