| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.627.068 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ανασταλτικός |
0,01 sec. |
|
ανασταλτικός inhibiteur επίθ α / θ / ουδ ανασταλτικός, ανασταλτική, ανασταλτικό [anastalti'kos, anastalti'ci, anastalti'ko] που φέρνει εμπόδια suspensif/-iveinhibiteur/-trice Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|