| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.248.814 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αναστατώνω |
0,67 sec. |
|
αναστατώνω upset ρ μετβ αναστατώνω [anasta'tono] 1 ταράζω rendre fouaffoler Τα νέα του με αναστάτωσαν. Ses nouvelles m'ont bouleversé. 2 δημιουργώ ακαταστασία chamboulermettre sens dessus dessous ρ μεσοπαθ αναστατώνομαι [anasta'tonome] ταράζομαι s'inquiéterêtre secoué/-ée Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|