αναστατώνω

Μεταφράσεις

αναστατώνω

upset (anasta'tono)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. ταράζω Τα νέα του με αναστάτωσαν.
2. δημιουργώ ακαταστασία Αναστατώσατε το σπίτι με τους καλεσμένους σου.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close