| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.925.373 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αναστενάζω |
0,01 sec. |
|
αναστενάζω sigh, groan gémir, soupirer يَتنهَد vzdychnout sukke seufzen suspirar huokaista uzdahnuti sospirare ため息をつく 한숨 쉬다 zuchten sukke westchnąć suspirar вздыхать sucka ถอนหายใจ iç geçirmek thở dài 叹息 ρ αμετβ αναστενάζω [anaste'nazo] βγάζω αναστεναγμό soupirer αναστενάζω βαθιά soupirer profondément Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|